Μιμίκου: Δεν φοβάμαι τον εκφοβιστή (buylling)

της δικηγόρου Ευαγγελίας Μιμίκου

ΔΕΝ ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΟΝ ΕΚΦΟΒΙΣΤΗ (buylling)

Το φαινόμενο του εκφοβισμού ή όπως όλοι το αποκαλούμαι με την αγγλική λέξη buylling δεν το συναντάμε μόνο στα σχολεία. Υπάρχει σε όλους τους τομείς της κοινωνικής, επαγγελματικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής. Είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο που επεκτείνεται και απαντάται πολύ συχνά στον εργασιακό χώρο, όπου λαμβάνει τη μορφή απειλών, ταπεινωτικών και εκφοβιστικών συμπεριφορών, παρενόχλησης ηθικής και σωματικής, συκοφαντίας, λεκτικής βίας και κλιμακώνεται με την στρατολόγηση κι άλλων ατόμων, εντός του χώρου εργασίας, που είτε εξαναγκάζονται από τον εκφοβιστή, να ανέχονται τον εκφοβισμό εις βάρος συναδέλφων τους, για να μην γίνουν τα ίδια θύματα εκφοβισμού είτε τα ίδια υιοθετούν τη μέθοδο του εκφοβισμού για να εξασφαλίσουν την «εύνοια» του εκφοβιστή, που συνήθως είναι εκπρόσωπος της Διοίκησης και ανώτερος στην ιεραρχία .
Συνήθως, ο εκφοβιστής, επιλέγει για θύματά του άτομα φιλήσυχα, που δεν ανήκουν σε «ομάδες» στο χώρο εργασίας, δεν προσχωρούν σε διάφορες «κλίκες», και είναι πιστά στις αρχές και τις αξίες που διέπουν την εργασία τους και την επιχείρηση. Ο εκφοβιστής επιλέγει πάντα το χώρο εργασίας για να ασκήσει εκφοβισμό και μάλιστα διαλέγει την στιγμή που θα είναι παρόντα κι άλλα άτομα από το χώρο εργασίας, έτσι ώστε να «παραδειγματίζονται» και να πετυχαίνει στο στόχο του, που είναι η απαξίωση του θύματός του στα μάτια των συναδέλφων του.
Ο εκφοβιστής δεν έχει αναστολές. Στην περίπτωση αυτή, όταν δεν υπάρχουν νομικοί και ηθικοί κανόνες ως πλαίσια προστασίας του θύματος, είτε λόγω της αδιαφορίας των ιεραρχικά ανωτέρων του θύτη, είτε γιατί στο συγκεκριμένο περιβάλλον οι κανόνες είναι για να καταπατώνται ή να εφαρμόζονται επιλεκτικά, τότε ο εκφοβιστής είναι ουσιαστικά ελεύθερος να εκδηλώνει την ψυχοπαθολογία του χωρίς αναστολές. Επιδιώκει να καλλιεργεί «φιλικές» προς το buylling συνθήκες εντός του χώρου εργασίας, με στόχο να εδραιώνεται η αντίληψη ότι, ο εκφοβισμός είναι μια κατάσταση φυσιολογική και αποδεκτή. Δημιουργείται έτσι, ένα νοσηρό εργασιακό περιβάλλον, όπου απαξιώνεται το άτομο σαν προσωπικότητα, καταπατάται η αξιοπρέπεια και η επαγγελματική του επάρκεια και με τον τρόπο αυτό θυματοποιείται πιο εύκολα και χάνει την εμπιστοσύνη στον εαυτό του και στις ικανότητές του. Τούτο είναι προφανές ότι έχει αντίκτυπο στην παραγωγικότητα του ατόμου και στην απόδοσή του.
Ποιος είναι ο κυριότερος στόχος του εκφοβιστή ; να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο πάνω στο άτομο που εκφοβίζει, δηλαδή τον έλεγχο της εργασίας, της σκέψης, της αντίληψης για τα πράγματα, της προσωπικής ζωής, ακόμη και της κοινωνικής δραστηριότητας (π.χ. social media) του θύματός του. Με τον τρόπο αυτό ο εκφοβιστής πετυχαίνει τη χειραγώγηση του θύματός του.
Ο εκφοβιστής δεν τραυματίζει μόνο τον εργαζόμενο-στόχο, αλλά δηλητηριάζει όλο το ανθρώπινο δυναμικό μίας επιχείρησης ή ενός οργανισμού μέσω του τοξικού εργασιακού κλίματος. Η εξάπλωση του φαινομένου αυτού επιφέρει καταστροφικές συνέπειες στην σωματική και ψυχική υγεία, στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον των εργαζομένων, στην ποιότητα της εργασιακής ζωής, στην αποδοτικότητα και παραγωγικότητα των εργαζομένων, στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Η ζημία για τις επιχειρήσεις είναι τεράστια.
Συχνά, κυρίως στον δημόσιο τομέα, η εργασιακή κακοποίηση, υποκρύπτει τον σκοπό της απαλλαγής από έναν ή περισσότερους εργαζόμενους για αντικατάστασή τους από «ημέτερους». Τις περισσότερες φορές όμως αποτελεί έκφραση της ψυχοπαθολογίας του εκφοβιστή, για μια «βεντέτα» ενός ανώτερου προς έναν κατώτερο. Ο στόχος-εργαζόμενος βάλλεται με ψευδείς κατηγορίες μέσω συκοφαντικών παρατηρήσεων που στιγματίζουν τη φήμη τους στο εργασιακό περιβάλλον. Η αλήθεια διαστρεβλώνεται υπέρ των συκοφαντών, ενώ οι εκκλήσεις για υποστήριξη δεν βρίσκουν ανταπόκριση.
Ο εκφοβιστής φαίνεται να είναι επιφανειακά γοητευτικός, με σημαντική ικανότητα στην εξαπάτηση, χαμηλό επίπεδο συναισθηματικής ανάπτυξης και παθολογική ανάγκη για έλεγχο. Η συμπεριφορά του είναι συστηματικά και μεθοδευμένα επιθετική εναντίον αυτών που στοχεύει, ενώ προς τους άλλους συναδέλφους και ανωτέρους είναι από φιλική έως και δουλοπρεπής (Σάκκουλα, Μπελαλή & Σταθαρού, 2014).
Ο εργασιακός εκφοβισμός ελλοχεύει σε περιπτώσεις επιχειρήσεων ή οργανισμών, των οποίων η βιωσιμότητα είναι επισφαλής, σε περιπτώσεις επιχειρήσεων ή οργανισμών που δεν διέπονται από την φιλοσοφία ενός «οργανισμού που μαθαίνει», που δεν ενεργοποιούν τους εργαζόμενους προς τη δημιουργία και τη διατήρηση της γνώσης, που δεν διαθέτουν σαφή στρατηγικό προσανατολισµό και δεν διαχωρίζουν τη διοίκησή τους στη χρηµατοοικονοµική διοίκηση, τη διοίκηση ανθρωπίνων πόρων, τη λειτουργική διοίκηση και το µάρκετινγκ.
Στην Ελλάδα η παρενόχληση στους χώρους εργασίας σε νομικό επίπεδο συνδέεται ως επι των πλείστων με την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Η εκστρατεία ενημέρωσης των εργαζομένων, η συστηματική συλλογή πληροφοριών σχετικά με το φαινόμενο της ηθικής και ψυχολογικής παρενόχλησης στην εργασία, η εκπαίδευση και η επιμόρφωση των πολιτών από ειδικούς επιστήμονες, είναι μερικά από τα μέτρα για την πρόληψη και την αντιμετώπιση του φαινομένου της ηθικής και ψυχολογικής παρενόχλησης στην εργασία (ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ MOBBING: ΕΡΓΑΣΙΑΚΟΣ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΣ της Δρ Ιωάννας Δέδε).
Τίτλος καμπάνιας κατά του εκφοβισμού : «Δεν φοβάμαι τον εκφοβιστή.».